ἱματιομισθωτής Save LSJ Pape ἱμᾰτιο-μισθωτής, οῦ, ὁ, = foreg. [ἱματιομίσθης], Poll. 7.78. ἱματιομισθωτής, ὁ, Kleidervermieter, nach Poll. 7.78 ältere Form als ἱματιομίσθης.