ἱματιοφυλάκιον
ἱματιοφυλάκιον, wardrobe
ἱμᾰτιο-φῠλάκιον, τό,
- wardrobe, Gloss.:—also in form εἱματοφ-, ib.
ἱματιοφυλάκιον, τό, Kleideraufbewahrungsort, Sp.
ἱματιοφυλάκιον, wardrobe