ἵππαγρος
ἵππαγρος, wild horse
ἵππ-αγρος, ὁ,
- = ἵππος ἄγριος, wild horse, Opp. C. 3.252.
ἵππ·αγρος, ου (ὁ) [ᾰ] cheval sauvage, Opp. C. 3, 252.
Étym. ἵππος, ἄγριος.
ἵππαγρος, ὁ, das wilde Pferd, Opp. Cyn. 3.252.