ὀνειρήεις Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀνειρ-ήεις, εσσα, εν, = foreg., Orph. H. 86.14. ὀνειρήεις, ήεσσα, ῆεν, c. le préc. Orph. H. 85, 14. ὀνειρήεις, εσσα, εν, = ὀνείρειος, Orph. H. 86.14.