Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀνοματικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀνόκωλος
ὄνομα
Ὀνομάδημος
ὀνομάζω
ὀνομαθετέω
ὀνομαθέτης
ὄνομαι
ὀνομαίνω
ὀνομακλήδην
Ὀνομακλῆς
ὀνομακλήτωρ
ὀνομάκλυτος
ὀνομακλυτός
Ὀνομάκριτος
Ὀνομάντιος
Ὀνόμαρχος
ὀνομασία
ὀνόμασις
ὀνόμασμα
ὀνομαστεί
ὀνομαστέον
ὀνομαστήρια
ὀνομαστής
ὀνομαστί
ὀνομαστικός
ὀνομαστικῶς
ὀνομαστός
Ὀνόμαστος
ὀνοματίζω
ὀνοματικός
ὀνοματικῶς
ὀνομάτιον
ὀνοματισμός
ὀνοματογραφέω
ὀνοματογραφία
ὀνοματογράφος
ὀνοματοθεσία
ὀνοματοθέσια
ὀνοματοθετέω
ὀνοματοθέτης
ὀνοματοθετικός
ὀνοματοθήρας
ὀνοματοθηρέω
ὀνοματοκλήτωρ
ὀνοματολόγος
ὀνοματομάχος
ὀνοματοποιέω
ὀνοματοποίησις
ὀνοματοποιητικός
ὀνοματοποιία
ὀνοματοποιΐα
ὀνοματοποιός
ὀνοματουργέω
ὀνοματουργία
ὀνοματουργός
ὀνοματώδης
ὀνόμηνε
ὀνόπορδον
ὀνοπρόσωπος
ὀνόπυξος
ὀνόρυγχος
…
ὀνοματικῶς
Save
Bailly 2024
ὀνοματικῶς
[
ᾰ
]
adv.
avec la forme d’un nom,
DH.
Amm.
2, 2
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}