Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀξυδέρκεια
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀξύβλαττα
ὀξυβλεπτέω
ὀξυβλέπτης
ὀξυβλεψία
ὀξυβόας
ὀξυβόη
ὀξυβόης
ὀξυβόλος
ὀξυβουλία
ὀξυβρέχω
ὀξύγαλα
ὀξυγαλάκτινος
ὀξύγαρον
ὀξύγγιον
ὀξυγένειος
ὀξύγενυς
ὀξύγη
ὀξυγλυκές
ὀξύγλυκον
ὀξύγλυκυ
ὀξύγλυκυς
ὀξύγονον
ὀξύγοος
ὀξύγους
ὀξυγραφέω
ὀξυγραφία
ὀξυγράφος
ὀξυγώνιος
ὀξυγωνιότης
ὀξύγωνος
ὀξυδέρκεια
ὀξυδερκέω
ὀξυδερκής
ὀξυδερκία
ὀξυδερκικός
ὀξυδερκώ
ὀξυδορκέω
ὀξυδορκής
ὀξυδορκία
ὀξυδορκικόν
ὀξυδορκικός
ὀξύδουπος
Ὀξυδράκαι
ὀξυδρομέω
ὀξυδρόμος
ὀξύδρομος
ὀξυέθειρ
ὀξυέθειρες
ὀξυέθειρος
ὀξυέλαιον
ὀξυζύμια
ὀξύζω
ὀξύζωμος
ὀξύη
ὀξυηκοΐα
ὀξυήκοος
ὀξυηχής
ὀξύηχος
ὀξυθανασία
ὀξυθάνατος
ὀξυθηγής
…
ὀξυδέρκεια
Save
Pape
ὀξυδέρκεια
, ἡ,
Scharfsichtigkeit, scharfes Gesicht, Schol. Nic. Th
. 34 u. a.Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}