ὀρσότης Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀρσότης, ητος, ἡ, = ὁρμή, Critias 41 D. ὀρσότης, ητος (ἡ) c. ὁρμή, Critias (Hdn gr. π. μ. λ. 40, 14). Étym. ὄρνυμι. ὀρσότης, ητος, ἡ, = ὁρμή, Hdn. περὶ μον. λέξ. p. 40.14.