Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὁμομάτηρ
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὁμολείτωρ
ὁμόλεκτρος
ὁμολεχής
ὁμόλεχος
Ὁμόλη
ὁμόλικος
Ὁμόλιον
ὁμολιῶν
ὁμολογά
ὁμολογέω
ὁμολόγημα
ὁμολογησία
ὁμολόγησις
ὁμολογητέον
ὁμολογητής
ὁμολογητικός
ὁμολογία
ὁμολόγιον
ὁμόλογος
ὁμολογουμένως
ὁμολογούντως
ὁμολόγως
Ὅμολος
ὁμόλοχος
Ὁμολωΐδες πύλαι
Ὁμολώϊος
Ὁμολωΐς
Ὁμολώϊχος
ὁμομαθής
ὁμομαστιγίας
ὁμομάτηρ
ὁμομηλίς
ὁμομήτριος
ὁμομήτωρ
ὁμόναος
ὁμόνεκρος
ὁμονηδύϊος
ὁμονήδυος
ὁμονοεῖον
Ὁμονοεῖον
ὁμονοέω
ὁμονοητέον
ὁμονοητικός
ὁμονοητικῶς
ὁμόνοια
Ὁμόνοια
ὁμόνομος
ὁμόνοος
ὁμόνους
ὁμονόως
ὁμόνυμφος
Ὁμονῶος
ὁμόοικος
ὁμοουσία
ὁμοουσιαστής
ὁμοούσιος
ὁμοουσιότης
ὁμόπαγος
ὁμοπάθεια
ὁμοπαθέω
ὁμοπαθής
…
ὁμομάτηρ
Save
LSJ
ὁμο-μάτηρ [ᾱ], ερος, ἡ,
= ὁμομήτριος,
GDI
4972 (Crete).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}