Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὁπλικός
ὁπλικός, pertaining to arms
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀπισθυπέρα
ὄπισμα
ὀπισμός
ὀπισσόδομος
ὀπισσοπόρευτος
ὄπισσος
ὀπίσσω
ὀπίστατος
ὀπίστερος
ὀπίσω
ὀπίσωρ
ὀπισώτατος
Ὀπίτης
ὀπιτθοτίλα
ὀπιτίων
ὀπίων
ὁπλά
Ὄπλακος
ὁπλάριον
ὁπλασία
ὁπλενδυτέω
Ὁπλεύς
ὁπλέω
ὁπλή
ὁπλήεις
Ὅπλης
Ὅπλητες
ὀπλίας
Ὁπλίας
ὁπλίζω
ὁπλικός
ὁπλισία
ὅπλισις
ὅπλισμα
ὁπλισμός
ὁπλιστέον
ὁπλιστέος
ὁπλιστής
Ὁπλιστίας
ὁπλιταγωγέω
ὁπλιταγωγός
ὁπλίτας
ὁπλιτεία
ὁπλιτεύω
ὁπλίτης
Ὁπλίτης
ὁπλιτικός
ὁπλῖτις
ὁπλιτοδρομέω
ὁπλιτοδρόμος
ὁπλιτοπάλης
ὁπλοδιδακτής
ὁπλοδιδάσκαλος
ὁπλοδοτέω
ὁπλοδότης
ὁπλόδουπος
ὁπλοθήκη
ὁπλοκαθαρμός
ὁπλοκαθαρσία
ὁπλοκαθάρσιον
ὁπλόκτυπος
…
ὁπλικός
Save
ὁπλικός, pertaining to arms
LSJ
ὁπλ-ικός, ή, όν,
pertaining to arms,
Vett.Val.
17.3.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}