ὁπλισία
ὁπλισία, armoury
ὁπλ-ῐσία, ἡ,
- armoury, cj. Lobeck for ὀπτασία in AP 6.210 (Philet.; fort. ὁπλασία, cf. ἐξοπλασία).
ὁπλισία, ἡ, Conj. Lobecks bei Philet. 1 (VI.210) für ὀπτασία.