Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ὀζόλης
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ὀδυσσεύς
ὀδύσσομαι
ὄδωδα
ὀδώδει
ὀδωδή
ὀδωδής
ὀδώδης
ὀδώδυσται
ὀδών
ὁδωτός
ὀέα
ὀειδής
ὄες
ὄεσσι
ὄζαινα
ὀζαινικός
ὀζαινίτης
ὀζαινῖτις
ὀζαίνομαι
ὀζαλέος
ὀζεία
Ὀζείας
ὀζειέα
ὀζέω
ὄζη
ὀζήκεις
Ὀζίας
ὀζοθήκη
Ὀζόλαι
ὀζόλης
Ὀζόλης
ὄζολις
ὀζομενία
ὀζόομαι
ὄζος
ὀζόστομος
ὀζόχρωτος
ὀζόω
ὄζυγες
ὄζυξ
ὄζω
ὀζώδης
ὀζωτός
ὄη
Ὄη
ὅθεν
ὁθενδή
ὅθενπερ
ὀθέτη
ὀθεύω
ὀθέω
ὄθη
ὅθι
ὅθι περ
ὄθιζα
ὄθλεις
Ὀθλία
ὄθμα
ὄθμισμα
ὀθνεῖος
ὀθνεότυμβος
…
Ὀζόλης
Save
Bailly 2024
Ὀζόλης,
ου
(
ὁ
) Ozolès,
h. souche des Ozoles,
Plut.
Qu. gr.
15
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}