ὑποδερμίς Save ὑποδερμίς, clitoris LSJ Bailly 2024 ὑποδερμίς, ίδος, ἡ, = κλειτορίς, Ruf. Onom. 111. ὑπο·δερμίς, ίδος (ἡ) c. κλειτορίς, Ruf. p. 32 Clinch. Étym. ὑ. δέρμα.