ὑποδεσμός
ὑποδεσμός, foot-gear
ὑποδεσ-μός, ὁ,
- = ὑπόδημα, foot-gear, Plb. 11.9.4.
- II = ὑποδεσμίς, Gal. 18(2).538.
ὑποδεσμός, οῦ (ὁ) chaussure, Pol. 11, 9, 4.
Étym. ὑποδέω.
ὑποδεσμός, ὁ, = ὑπόδημα ; Hippocr.; Pol. 11.9.4.