ὑποδηματοποιός
ὑποδημ-ᾰτοποιός, ὁ,
- sandalmaker, Gloss., prob. in IG 2(2).1576.37.
ὑποδηματο·ποιός, οῦ (ὁ) qui fait des souliers, cordonnier, Chrys.
Étym. ὑ. ποιέω.
ὑποδηματοποιός, = ὑποδηματορράφος, Sp.