ὑποσκότιος
ὑποσκότιος, overshadowed
ὑποσκότ-ιος, ον, (σκότος)
- overshadowed, τῷ πλήθει τῶν βελῶν Sch. E. Or. 1485.
ὑποσκότιος, = ὑποσκότεινος, Inscr.
ὑποσκότιος, overshadowed