Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὠοφόρος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ᾠοθυτικά
ὠοιοί
ὠοίφιον
ᾠόμην
ᾠόν
ᾦον
ὠόπ
ὠοπώλης
ᾠόπωλις
ὠόπωλις
ᾠοσκοπία
ὠοσκοπία
ὠοσκοπικά
ᾠοσκοπικά
ᾠοσκύφιον
ὠοσκύφιον
ᾠοτοκεύς
ὠοτοκεύς
ᾠοτοκέω
ὠοτοκέω
ᾠοτοκία
ὠοτοκία
ᾠοτόκος
ὠοτόκος
ᾠοῦ
ᾤου
ᾠοφαγέω
ὠοφαγέω
ᾠοφορέω
ᾠοφόρος
ὠοφόρος
ᾠοφυλακέω
ὠοφυλακέω
ὠοφυλακτέω
ὦπα
ὠπάζομαι
ὠπάομαι
ὤπασα
ὧπερ
ᾧπερ
ὠπή
ὤπιον
Ὦπις
ὠπισταί
ὠπλή
ὥπλισσε
Ὦπολλον
Ὡπόλλων
ᾡπόλος
Ὦπος
ὦπται
ὤπωπα
ὦρ
ὤρα
ὥρα
ὡρᾴζω
Ὧραι
ὡραία
ὡραΐζω
ὡραιοδώτης
ὡραιόκαρπος
…
ὠοφόρος
Save
Pape
ὠοφόρος
,
Eier tragend
; Arist.
H.A
. 9.37 von Fischen ; ὠδῖνες Opp.
Hal
. 1.478.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}