ὠπάζομαι
ὠπάζομαι, gaze at
ὠπάζομαι,
- gaze at, Hsch.: also a fut. ὠπήσεσθαι Id.: aor. ὠπήσασθαι Opp. C. 3.160; -ήσαντο ib. 4.82; -ήσωνται ib. 3.404.—A part. Act. ὠπῶντες in EM 332.9, as etym. of ἑλίκ-ωπες.
ὠπάζομαι, = ὠπάομαι, Hesych.