διαθεσμοθετέω
διαθεσμοθετέω, prescribe severally, ordain
Could not find διαθεσμοθετήσας in Logeion dictionaries.
διαθεσμοθετήσας aorist active participle masculine nominative singular, aorist active participle masculine vocative singular of διαθεσμοθετέω
διαθεσμοθετ-έω,
- prescribe severally, ordain, πάντα αὐτοῖς ταῦτα Pl. Ti. 42d, cf. Iamb. VP 16.68, Hierocl. in CA 19 p.460 M., Procl. in Cra. p.49 P.
ordenar, prescribir, disponer normas con autoridad el demiurgo
διαθεσμοθετήσας δὲ πάντα αὐτοῖς ταῦτα
βασάνους τε ποικιλωτάτας τε κολάσεις ... τοῖς χρωμένοις
θεὸς διαθεσμοθετεῖ ... τῶν ἀνθρώπων τὰς ῥήσεις
οἱ τὰ περὶ τὰς Ἐκκλησίας ἐξαρχῆς διαθεσμοθετήσαντες ἀπόστολοι καὶ πατέρες
δια·θεσμοθετέω-ῶ, disposer de façon à mettre en ordre, Plat. Tim. 42d.
διαθεσμοθετέω, durch Gesetze bestimmen ; πάντα Plat. Tim. 42d ; – Sp.