About Report a problem

Menu

καταδέω

καταδέω, to bind, take prisoner, convict, cast a spell on

καταδέω2, to want, lack, need

Could not find καταδεουσέων in Logeion dictionaries.

καταδεουσέων present active participle feminine genitive plural of καταδέω

καταδεουσέων present active participle feminine genitive plural of καταδέω2

See καταδεουσέων in Morpho

καταδέω (A), fut. -δήσω,
  • bind on or to, bind fast, πρυμνήσια, ἱστόν, Il. 1.436 (tm.), Od. 2.425 (tm.); ἵππους μὲν κατέδησαν . . ἱμᾶσι φάτνῃ ἐφʼ ἱππείῃ Il. 10.567; ἐπʼ ἀμβροσίῃσι κάπῃσιν 8.434; ἐμὲ μὲν κατέδησαν . . ἐνὶ νηΐ Od. 14.345; κ. λάρνακας Hdt. 3.123:—Pass., καταδεδεμένος τοὺς ὀφθαλμούς Hdt. 2.122; ἐν φόβῳ καταδεθεῖσα E. Ion 1498 (lyr.) (so μανίη καταδεῖ τινα Hermesian. 7.85); καταδεῖται ψυχὴ ὑπὸ σώματος Pl. Phd. 83d; γλῶττα -δεδεμένη Arist. HA 492b32:—Med., bind to oneself, ἀγχόνιον βρόχον κατεδήσατο E. Hel. 687 (lyr.); σπόγγους περὶ τὰ ὦτα Arist. Pr. 960b15: metaph., ἀριθμῷ καταδήσασθαι tie up for oneself in lots, D.H. Rh. 11.3; καταδησαμένη τινὰ ὁρκίοις Parth. 12.3.
        • b κ. τι ἀπό or ἔκ τινος, metaph., establish securely, τὴν διὰ πάντων διήκουσαν ὠφέλειαν ἀπὸ [τοῦ συλλογισμοῦ] Procl. in Alc. p.252 C., cf. Simp. in de An. 15.34.
      • 2 bind up, θραῦμα, τραύματα, LXX Si. 27.21, Ev.Luc. 10.34.
      • 3 put in bonds, imprison, Hdt. 3.143, Th. 8.15, Pl. Ti. 70e, etc.; κ. τὴν ἐπὶ θανάτῳ (sc. δέσιν) Hdt. 5.72.
      • 4 convict of a crime, opp. ἀπολύω, c. inf., κ. τινὰ φῶρα εἶναι Hdt. 2.174, cf. 4.68.
    • II tie down, stop, check, ἀνέμων κατέδησε κελεύθους or κέλευθα, Od. 5.383, 10.20; ὅς μοι ἐφορμήσας ἀνέμους κατέδησε κελεύθου 7.272, cf. 4.380; τοῦ γε θεοὶ κατὰ νόστον ἔδησαν 14.61.
    • III bind by spells, enchant (with fut. -δήσομαι Theoc. 2.3), Din. Fr. 6.7 (Pass.), SIG 1175.2 (iv/iii B.C.), etc.; κ. τὸ ἐργαστήριόν τινος Tab.Defix. 71.2 (iii B.C.); κ. τινὰ γλῶτταν καὶ ψυχὴν καὶ λόγον Tab.Defix.Aud. 49.1 (iv/iii B. C.); γοητεῦσαι καὶ κ., of Cleopatra, D.C. 50.5:—Pass., Tab.Defix. 107a2, Clearch. 38, Plu. Isid. 2.378f; cf. καταδηνύω, καταδίδημι.
καταδέω (B),
  • lack, need, c. gen., esp. of numbers, ἡ [ὁδὸς] καταδέει πεντεκαίδεκα σταδίων [ὡς] μὴ εἶναι πεντακοσίων Hdt. 2.7; πυραμίδα . . εἴκοσι ποδῶν καταδέουσαν τριῶν πλέθρων wanting 20 feet of 3 plethra, ib. 2.134; ἕνδεκα μυριάδες ἦσαν, μιῆς χιλιάδος . . καταδέουσαι Id. 9.30, cf. 70; [τὸ ναυτικὸν] δύο νεῶν κατέδεε ἐς τὸν ἀριθμόν there was a lack of two ships, 8.82 (unless κατέδεε be impersonal).
      • 2 come after, be behind, Θῆβαι ἀνδρὸς ἰδιώτου καταδέουσιν εἰς εὐδαιμονίαν Paus. 8.33.2.
  • [For mid. and pass. see s.v. καταδέομαι]

Saved

Recent