καταπαιδεραστέω
καταπαιδεραστέω, waste in pederasty
Could not find καταπεπαιδεραστηκέναι in Logeion dictionaries.
καταπεπαιδεραστηκέναι perfect active infinitive of καταπαιδεραστέω
καταπαιδεραστέω,
- waste in παιδεραστία, οἶκον Is. 10.25.
κατα·παιδεραστέω-ῶ, perdre dans la débauche avec les jeunes garçons, acc. Is. 82, 22.
καταπαιδεραστέω, mit Knabenliebe durchbringen, Isae. 10.25.