Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στωά
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Στυρεύς
στυριόω
στῦσις
στυτικός
στυφαλμεῖν
στυφεδανός
στυφελιγμός
στυφελίζω
στυφελισμός
στυφελός
στυφελώδης
στυφλάριος
στύφλος
στυφλός
στυφνός
στυφόεις
στυφοκόμπος
στυφοκόπος
στύφος
στυφός
στυφότης
στυφρός
στύφω
στυφώδης
Στύφων
στυφωνία
στῦψις
στύψις
στύω
στῳά
στωά
Στώαξ
στῶαξ
στῴδιον
στωΐδιον
στωϊκεύομαι
στωϊκός
Στωϊκός
στωΐς
στώμιξ
στωμοδόκον
στωμυλεύομαι
στωμυλεύω
στωμυλέω
στωμυλήθρα
στωμυλήθρας
στωμυλήθρης
στωμύληθρος
στωμυλία
στωμυλιοσυλλεκτάδης
στωμυλλάομαι
στωμύλλω
στώμυλμα
στωμύλος
στωνευμέναν
σύ
συ
συάγρειος
συαγρεσία
συαγρευτής
συαγριόμορφος
…
στωά
Save
Pape
στωά
, ἡ, dor. statt στοά,
die Halle
, s. στοιά.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}