στωμυλέω Save Pape στωμυλέω, u. dep. med. στωμυλέομαι, = στωμύλλω, schwatzen ; τὰ μειράκια, ἃ στωμυλεῖται τοιαδὶ καθήμενα, Ar. Eq. 1373, wo es nicht als fut. zu nehmen ; Alciphr. 5.60.