συάγρειος
συάγρειος, of the wild boar
σῠάγρ-ειος, ον, (σύαγρος ΙΙ)
- of the wild boar, πέλματα PCair.Zen. 692.18 (iii B.C.); κρέα ib. 311.15 (iii B.C.), and without κρέα Lync. ap. Ath. 9.402a; στέαρ Dsc. 2.76.8.
συάγρειος, ος, ον, de sanglier, Lync. (Ath. 402a) (σύαγρος 2).
συάγρειος, vom wilden Schweine, Diosc.