Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συρίτης
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συριγγόω
συριγγώδης
συρίγγωμα
συρίγγωσις
συριγκτής
σύριγμα
συριγματώδης
συριγμός
σῦριγξ
Σῦριγξ
σύριγξις
συρίζω
Συρίζω
Συρίη
Συριηγενής
Συρικός
συρικτάς
συρικτήρ
συρικτής
Σύριος
συρίσδω
συρίσκος
σύρισμα
συρισμός
συριστήρ
συριστηρίδιον
συριστής
Συριστί
συριστί
συριστική
συρίτης
συρίττω
σύριχος
συρκάζω
συρκίζω
σύρμα
συρμαία
συρμαΐζω
συρμαίη
συρμαιοπώλης
συρμαϊσμός
συρμάς
συρματική
συρματίς
συρματίτης
συρματῖτις
συρμή
συρμίον
συρμιστήρ
συρμός
Σύρμος
Σύρνος
σύρξ
συρομένως
σύρον
συροπέρδιξ
συρόποδες
συροποιός
σύρος
Σῦρος
Σύρος
…
συρίτης
Save
LSJ
συρίτης [
ῑ
], ου, ὁ, stone found in wolfʼs bladder,
Plin.
HN
11.208.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}