Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συρίγγωμα
συρίγγωμα, fistula
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σύργαστρος
συργάστωρ
Σύργις
σύρδην
σύρεον
Συρηκόσιος
Συρήκουσαι
Συρηκούσιος
συρία
Συρία
Συριακός
Συριανός
Συριάρχης
Συριαρχία
συριγγέμβολος
συριγγιακός
συριγγίας
συριγγιάω
συριγγίδιον
συρίγγιον
συριγγίς
συριγγίτης
συριγγόποδες
συριγγοποιός
συριγγοτόμιον
συριγγοτόμον
συριγγοτόμος
συριγγόφωνος
συριγγόω
συριγγώδης
συρίγγωμα
συρίγγωσις
συριγκτής
σύριγμα
συριγματώδης
συριγμός
σῦριγξ
Σῦριγξ
σύριγξις
συρίζω
Συρίζω
Συρίη
Συριηγενής
Συρικός
συρικτάς
συρικτήρ
συρικτής
Σύριος
συρίσδω
συρίσκος
σύρισμα
συρισμός
συριστήρ
συριστηρίδιον
συριστής
Συριστί
συριστί
συριστική
συρίτης
συρίττω
σύριχος
…
συρίγγωμα
Save
συρίγγωμα, fistula
LSJ
σῡρίγγ-ωμα, ατος, τό,
fistula,
Vett.Val.
110.37 (pl.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}