Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
ὑποχρυσίζω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑποχίτων
ὑποχλέομαι
ὑποχλιαίνω
ὑποχλίζω
ὑπόχλοος
ὑποχλωρομέλας
ὑπόχλωρος
ὑποχνοάζω
ὑπόχνοος
ὑποχοινικίς
ὑποχοιρίς
ὑπόχολος
ὑποχολώδης
ὑποχονδριακός
ὑποχόνδριον
ὑποχόνδριος
ὑποχορεύω
ὑποχορηγέω
ὑποχορηγία
ὕποχος
ὑποχραίνω
ὑποχρεμετίζω
ὑποχρέμπτομαι
ὑπόχρεος
ὑπόχρεως
ὑποχρήστης
ὑπόχρισμα
ὑποχριστέον
ὑποχρίω
ὑπόχρονος
ὑποχρυσίζω
ὑπόχρυσος
ὑποχρυσόω
ὑποχρωματίζω
ὑποχρώννυμι
ὑπόχρωτα
ὑποχυλίζω
ὑπόχυμα
ὑποχύνω
ὑποχυρογραφέω
ὑπόχυσις
ὑποχυτήρ
ὑπόχυτος
ὑποχωλαίνω
ὑποχωλεύω
ὑπόχωλος
ὑποχωρέω
ὑποχώρημα
ὑποχώρησις
ὑποχωρητικός
ὑποχωρίζω
ὑποψάθυρος
ὑποψακάζω
ὑποψαλάσσω
ὑποψάλλω
ὑπόψαμμος
ὑπόψαρος
ὑποψαύω
ὑποψάφαρος
ὑποψάω
ὑποψεκάζω
…
ὑποχρυσίζω
Save
Bailly 2024
ὑποχρυσίζω
[
ῡσ
] être de couleur d’or,
Eum.
2, 2
.
Étym.
ὑπόχρυσος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts