Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑπόχνοος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑποχαλκόω
ὑποχαράσσω
ὑποχαράττω
ὑποχαροπός
ὑποχάρτωσις
ὑποχάσκω
ὑπόχαυνος
ὑποχαυνόω
ὑπόχειρ
ὑποχείριος
ὑποχειρισμός
ὑποχειρίως
ὑποχειρογραφέω
ὑποχερσόω
ὑποχετεύω
ὑπόχευμα
ὑποχεύς
ὑποχέω
ὑποχή
ὑπόχηλα
ὑποχθόνιος
ὑπόχθων
ὑποχίτων
ὑποχλέομαι
ὑποχλιαίνω
ὑποχλίζω
ὑπόχλοος
ὑποχλωρομέλας
ὑπόχλωρος
ὑποχνοάζω
ὑπόχνοος
ὑποχοινικίς
ὑποχοιρίς
ὑπόχολος
ὑποχολώδης
ὑποχονδριακός
ὑποχόνδριον
ὑποχόνδριος
ὑποχορεύω
ὑποχορηγέω
ὑποχορηγία
ὕποχος
ὑποχραίνω
ὑποχρεμετίζω
ὑποχρέμπτομαι
ὑπόχρεος
ὑπόχρεως
ὑποχρήστης
ὑπόχρισμα
ὑποχριστέον
ὑποχρίω
ὑπόχρονος
ὑποχρυσίζω
ὑπόχρυσος
ὑποχρυσόω
ὑποχρωματίζω
ὑποχρώννυμι
ὑπόχρωτα
ὑποχυλίζω
ὑπόχυμα
ὑποχύνω
…
ὑπόχνοος
Save
Bailly 2024
ὑπό·χνοος,
ος, ον,
qui a un léger duvet,
Rhét.
1, 523 W.
Étym.
ὑ. χνόη
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}