ravaged
ravaged
subs.
P. and V. λῃστής, ὁ V. σῡλήτωρ, ὁ, πορθήτωρ, ὁ, ἐκπορθήτωρ, ὁ.
One who ruins: P. and V. λῡμεών, ὁ, V. ἀ̆ναστᾰτήρ, ὁ, λωβητήρ, ὁ.
subs.
P. and V. λῃστής, ὁ V. σῡλήτωρ, ὁ, πορθήτωρ, ὁ, ἐκπορθήτωρ, ὁ.
One who ruins: P. and V. λῡμεών, ὁ, V. ἀ̆ναστᾰτήρ, ὁ, λωβητήρ, ὁ.