regal
regal
adj.
P. and V. βᾰσῐλικός, βᾰσί̆λειος, ἀρχῐκός, τῠραννῐκός, V. τύ̆ραννος.
adj.
P. and V. βᾰσῐλικός, βᾰσί̆λειος, ἀρχῐκός, τῠραννῐκός, V. τύ̆ραννος.
REGAL
Vid: ROYAL.
Vid: ROYAL.
regal: rēgālis: v. ROYAL .