Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Εὐστόργιος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐϋστείρη
εὐστείρη
εὔστειρος
εὔστεκτος
εὐστελέχης
εὔστερνος
εὐστέφανος
ἐϋστέφανος
ἐυστέφανος
εὐστεφής
ἐϋστεφής
εὔστηθος
εὐστήρικτος
εὐστιβής
εὔστικτος
ἐὔστικτος
εὔστιπτος
εὐστιχία
εὔστολος
ἐΰστολος
εὐστομαχέω
εὐστομαχία
εὐστόμαχος
εὐστομάχως
εὐστομέω
εὐστομία
εὔστομος
εὐστόμως
εὐστόν
εὔστοος
Εὐστόργιος
εὔστοργος
εὐστόρθυγξ
εὐστοχέω
εὐστόχημα
εὐστοχία
εὔστοχος
εὐστόχως
εὕστρα
εὔστρα
εὐστραβής
Εὔστρατος
εὐστραφής
εὔστρεπτος
ἐΰστρεπτος
ἐύστρεπτος
ἐϋστρεφής
εὐστρεφής
εὐστρόγγυλος
εὐστροφάλιγζ
εὐστροφάλιγξ
εὐστροφής
εὐστροφία
εὔστροφος
ἐΰστροφος
Εὔστροφος
εὐστρόφως
εὔστρωτος
εὔστυλος
εὐσύγγνωστος
εὐσύγκριτος
…
Εὐστόργιος
Save
Bailly 2024
Εὐ·στόργιος,
ου
(
ὁ
) Eustorgios,
h.
Anth.
7, 589
.
Étym.
εὖ, στέργω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}