εὔστολος
εὔστολος, well-equipped, well-behaved
εὔστολος, ον,
- = εὐσταλής I.1, ναῦς S. Ph. 516 (lyr.); ὁλκάς A.R. 1.603.
- 2 = εὐσταλής I.4, Πλάτων Luc. Epigr. 45 (acc. to Planudes).
εὔ·στολος, ος, ον, bien équipé, d’où agile, léger, Soph. Ph. 516 ||
➳ Épq. ἐΰστολος, A. Rh. 1, 603.
Étym. εὖ, στέλλω, cf. εὐσταλής.
εὔστολος, wohl gerüstet, wie εὐσταλής, ναῦς Soph. Phil. 512 ; ἐΰστολος ὁλκάς Ap.Rh. 1.603. Bei Schol. Il. 1.429 wird εὔζωνος dadurch erklärt.
εὔστολος, ον
στολή
= εὐσταλής, Soph.