Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Πατρόβιος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πάτρηθεν
πάτρηνδε
πατριά
πατρία
πατριάζω
πατριαρχεῖον
πατριαρχεύω
πατριαρχέω
πατριάρχης
πατριαρχία
πατριαρχικός
πατριαστί
πατρίδιον
πατρίζω
πατρίκιος
Πατρίκιος
πατρικιότης
πατρικός
πατρικότης
πατρικῶς
πατρίληκτος
πάτριος
πατρίς
Πατρίς
πατριστί
πατρίως
πατριώτης
πατριωτικός
πατριῶτις
Πατρόβας
Πατρόβιος
πατρόβουλος
πατρογένειος
πατρογενής
πατρογέρων
πατροδίδακτος
πατρόδοτος
πατροδώρητος
πατρόθειος
πατρόθεν
πατροκασιγνήτη
πατροκασίγνητος
πατροκίνητος
Πατρόκλεια
Πατροκλείδης
Πατροκλῆς
Πάτροκλος
πατροκόμος
πατροκτονέω
πατροκτονία
πατροκτόνιον
πατροκτόνος
πατρόκτονος
πατρολάθησις
πατρολέτωρ
πατρολοός
πατρολῴας
πατρομήτωρ
πατρομύστης
πατρονομέομαι
πατρονομέω
…
Πατρόβιος
Save
Bailly 2024
Πατρό·βιος,
ου
(
ὁ
) Patrobios,
h.
Plut.
Galb.
17, 28
.
Étym.
πατήρ, βίος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}