About Report a problem

Menu

πατριωτικός

πατριωτικός, of or belonging to a πατριώτης or πατριά

πατρι-ωτικός, ή, όν,
  • of or belonging to a πατριώτης or πατριά, ἀργύριον BCH 50.16 (Delph., iv B. C.); τεμένη Arist. Oec. 1346b15; ἱερά Dicaearch. Hist. 9.

Saved

Recent