πατριωτικός
πατριωτικός, of or belonging to a πατριώτης or πατριά
πατρι-ωτικός, ή, όν,
- of or belonging to a πατριώτης or πατριά, ἀργύριον BCH 50.16 (Delph., iv B. C.); τεμένη Arist. Oec. 1346b15; ἱερά Dicaearch. Hist. 9.
πατριωτικός, ή, όν, qui concerne les gens du même pays ou de la même tribu, Arstt. Œc. 2, 4, 1 ; Dicéarq. (E. Byz. vo πάτρα).
Étym. πατριώτης.
πατριωτικός, dem oder zu dem πατριώτης gehörig ; Arist. Oec. 2.4 ; ἱερά, Dicaearch. bei St.B. v. πάτρα.