Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Πλείστωρ
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πλειστάκι
πλειστάκις
πλεισταρχία
πλείσταρχος
Πλείσταρχος
πλεισταχόθεν
πλεισταχῶς
πλειστήρης
πλειστηριάζω
πλειστηριασμός
πλειστηρίζομαι
Πλειστῖνος
Πλειστοάναξ
πλειστοβολέω
πλειστοβολίνδα
πλειστοβόλος
πλειστόβολος
πλειστογονέω
πλειστόγονος
πλειστοδυναμέω
Πλειστόλας
πλειστολόγως
πλειστολόχεια
πλειστόμβροτος
πλειστονίκης
πλεῖστος
Πλειστός
πλειστοτόκος
πλειστοφόρος
Πλειστῶναξ
Πλείστωρ
Πλείστωρος
πλείω
πλείων
πλειών
πλέκος
πλεκόω
πλεκτανάομαι
πλεκτανάω
πλεκτάνη
πλεκτάνιον
πλεκτανόομαι
πλεκτανόστολος
πλεκτανόω
πλεκτανώδης
πλεκτή
πλεκτικός
πλεκτός
πλέκτρα
πλέκω
πλέκωμα
πλένναι
πλεννεραί
πλεξείδιον
πλεξείω
πλέξις
πλεοέλασσον
πλεομελής
πλεομισθία
πλέον
πλεοναζόντως
…
Πλείστωρ
Save
Bailly 2024
Πλείστωρ,
ορος
(
ὁ
)
Pleistôr,
n. d’h.
Dém.
37, 4 Baiter-Sauppe
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}