πλειστόμβροτος
πλειστόμβροτος, crowded with people
πλειστό-μβροτος, ον,
- crowded with people, ἑορτά Pi. O. 6.69.
πλειστό·μβροτος, ος, ον, fréquenté par beaucoup de mortels, très fréquenté, Pd. O. 6, 116.
Étym. πλ. βροτός.
πλειστόμβροτος, menschenreich, volkreich, ἑορτή, Pind. Ol. 6.69.
πλειστόμβροτος, -ον
- 1crowded with people ἑορτὰν πλειστόμβροτον O. 6.69
πλειστόμβροτος
πλειστόμ-βροτος, ον,
- crowded with people, Pind.