Σειρηδών Save LSJ Pape Σειρηδών, όνος, ἡ, late form of sq., Sch. Il. 24.253, Aus. Idyll. 11.20 (p.201P.). Σειρηδών, όνος, ἡ, = Σειρήν, Schol. Il. 24.253 ; vgl. Auson. Idyll. 11.20.