Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Τύννιχος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τυμπανισμός
τυμπανιστής
τυμπανίστρια
τυμπανίτης
τυμπανόδουπος
τυμπανοειδής
τυμπανόεις
τύμπανον
τυμπανόομαι
τύμπανος
τυμπανοτερπής
τυμπανοτρίβης
τυμπανοφορέομαι
τυμπανώδης
Τυμφαιΐς
Τυμφαῖος
Τύμφη
Τυμωλεῖται
Τυμωλίς
Τυνδάρειος
Τυνδάρεος
Τυνδάρεως
Τυνδάρης
Τυνδαρίδας
Τυνδαρίδης
Τυνδάριος
Τυνδαρίς
Τυνδάριχος
τύνη
Τύνης
Τύννιχος
τυννός
τυννοῦτος
τυννουτοσί
Τυννώνδας
τυντλάζω
τύντλος
τυντλώδης
τύξις
τυπάζω
Τυπανέαι
τύπανον
τύπανος
τυπάριον
τυπάς
τυπαστήριον
τυπείς
τυπετός
τυπή
τύπης
τυπητός
τυπίας
τυπίδιον
τυπικός
τυπικῶς
τύπιον
τυπίς
τυπογράφος
τυποειδής
τυποπλαστία
τύπος
…
Τύννιχος
Save
Bailly 2024
Τύννιχος,
ου
(
ὁ
) [
ῐ
] Tynnikhos,
h.
Plat.
Ion
534
d
;
Anth.
7, 229
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}