Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τυπαστήριον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Τυμφαῖος
Τύμφη
Τυμωλεῖται
Τυμωλίς
Τυνδάρειος
Τυνδάρεος
Τυνδάρεως
Τυνδάρης
Τυνδαρίδας
Τυνδαρίδης
Τυνδάριος
Τυνδαρίς
Τυνδάριχος
τύνη
Τύνης
Τύννιχος
τυννός
τυννοῦτος
τυννουτοσί
Τυννώνδας
τυντλάζω
τύντλος
τυντλώδης
τύξις
τυπάζω
Τυπανέαι
τύπανον
τύπανος
τυπάριον
τυπάς
τυπαστήριον
τυπείς
τυπετός
τυπή
τύπης
τυπητός
τυπίας
τυπίδιον
τυπικός
τυπικῶς
τύπιον
τυπίς
τυπογράφος
τυποειδής
τυποπλαστία
τύπος
τυπουργία
τυπόω
τυπτητέος
τύπτω
τυπώδης
τυπωδῶς
τύπωμα
τυπῶντες
τύπωσις
τυπωτής
τυπωτικός
τυπῶτις
τυπωτός
τυρακίνας
τυρακίνης
…
τυπαστήριον
Save
LSJ
τῠπ-αστήριον·
τὸ τῶν ἁλιέων στυμνίον,
Hsch.
(
τυμπ-
cod.,
τυπ-
poscit ordo).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}