About
Menu

τύξις

τύξις, artifice

τύξις, εως, ἡ,
  • artifice, Μενανδρείων ἐπέων δεδαηκότα πάσας τύξιας Ath.Mitt. 17.272 (Athens, ii A. D.); τύξιν· τεῦξιν, παρασκευήν, Hsch.

Saved

Recent