βαλαντιοτόμος Save DGE Bailly 2024 Pape βαλαντιοτόμος v. βαλλαντιοτόμος. βαλαντιο·τόμος, ου (ὁ) [βᾰ] c. βαλαντιητόμος, Plat. Rsp. 552d ; Eschn. etc. βαλαντιοτόμος, ὁ, der Beutelschneider, Plat. Rep. VIII.552d ; Aesch. 3.207 u. Sp.