γδοῦπος
γδοῦπος, γδουπέω,
- poet. forms for δοῦπος, δουπέω (esp. in compds., e.g. ἐρίγδουπος, ἐριγδουπέω), ἐπὶ δʼ ἐγδούπησαν Il. 11.45.
γδοῦπος, p. = δοῦπος, in Zusammensetzungen, vgl. ἐρίγδουπος ; Tmesis Il. 11.45 ἐπὶ δʼ ἐγδούπησαν, Scholl. Aristonic. ἡ διπλῆ, ὅτι διὰ τὸ μέτρον παράκειται τό γ· τὸν δὲ δοῦπον οὐκ ἂν εἴποι γδοῦπον.