γειοτόμος
γειο-τόμος,
- = γητόμος, A.R. 1.687, Opp. C. 1.137, Nonn. D. 21.97, al.
γειο·τόμος, ος, ον, c. γεωτόμος, A. Rh. 4, 1453 ; Opp. C. 1, 137, etc.
γειοτόμος, = γεωτόμος, ἄροτρον Opp. Cyn. 1.137.