γεισίπους Save Bailly 2024 Pape γεισί·πους ou γεισή·πους, -ποδος (ὁ) entablement au bord d’un toit, Lex. || ➳ Inscr. att. γεισήπ-, CIA. 2, 167, 51 (peu après 307 av. J.-C.). Étym. γεῖσον, πούς. γεισίπους, nach Harp. τὸ ἐξέχον τῆς δοκοῦ, ἐφʼ οὗ τὸ γεῖσόν ἐστι.