γειτνία
γειτνία, adjoining areas
γειτνί-α, ἡ,
- = γειτονία I, Hp. Ep. 23, OGI 383.98 (Commagene): in pl., adjoining areas, PTeb. 14.10 (ii B. C.), PAvrom. 2 A 8 (i B. C.), PAmh. 2.68.4 (i A. D.), etc.
1 vecindad, proximidad c. gen.
διορίζουσιν ὀφθαλμῶν γειτνίην
οἱ ἐν γιτνίᾳ μου ὄντες
mis vecinos
2 barrio
ὡς ἥρμοζεν ἑκάστοις κατὰ γιτνίαν
3 plu. lindes, límites de terrenos
(ἄρουραι) ὧν αἱ [γε]ιτνίαι πρό[κει]νται διὰ τῆς συγγραφῆς
*γειτνία, ion. -ίη, ης (ἡ) voisinage, Hpc. Epist. 1289, 13.
Étym. γείτων.
γειτνία, ἡ, = γειτονία, Hippocr.