γειτνίασις
γειτνίασις, neighbourhood: the neighbours
- = γειτονία, neighbourhood, proximity, Arist. PA 672b28, etc.
- 2 a neighbourhood, district, OGI 483.28, 32 (Pergam., ii B. C.), Ph. 2.475 (pl.), Plu. Cor. 24; βαρβαρικαὶ γ. Id. Per. 19.
- II proximity, resemblance, κατὰ τὴν γ. καὶ ὁμοιότητα Arist. EE 1232a21, cf. Pol. 1257a2, J. AJ 12.2.9.
I
1 vecindad, proximidad
ὅταν διὰ τὴν γειτνίασιν ἑλκύσωσιν ὑγρότητα θερμήν
τὸ Ἰουδαίων γένος ... τῇ Συρίᾳ κατὰ τὴν γειτνίασιν ἀναμεμιγμένον
• c. gen.
τοῦ ποταμοῦ
ἡ γ. τῶν βασιλέων
ὥσπερ εἴ τις σοφῷ γειτονῶν ἀπολαύοι τῆς τοῦ σοφοῦ γειτνιάσεως
ὥστε καὶ τὰς κινήσεις εὐθύς τε λύεσθαι τῇ γειτνιάσει τοῦ λογιζομένου
2 barrio, distrito
ἐὰν μή τινες κατὰ τὰς γειτνιάσεις ἕνεκεν τῆς πρὸς ἀλλήλους διόδου ἀτραποῖς χρῶνται
ἡ χώρα, βαρβαρικαῖς ἀναμεμειγμένη γειτνιάσεσι
3 límite, linde
4 asociación cultual radicada en las cercanías del templo del dios al que estaba dedicada
ἡ ἱερὰ Λητοῦς γ.
Διὸ[ς] Σωτ[ῆ]ρος ἡ γ.
II fig. semejanza
κατὰ τὴν γειτνίασιν καὶ ὁμοιότητα
τῇ παραλλήλῳ τῆς ἰδέας γειτνιάσει
1. nabuurschap; concr. buurt, naburig gebied.
2. gelijkenis, verwantschap:
- neighbourhood: the neighbours, Plut.