γειτνιακός
γειτνιακός, neighbouring
γειτνι-ᾰκός, ή, όν,
- neighbouring, J. AJ 2.14.6.
vecino
κατὰ γειτνιακὴν πρὸς αὐτοὺς συνήθειαν
γειτνιακός, ή, όν [ᾰ] de voisin, de voisinage, Jos. A.J. 2, 14, 6.
Étym. *γειτνία.
γειτνιακός, nachbarlich, Jos.