γυναικουφή
γυναικουφή, women’s weaving
γῠναικο-ῠφή, ἡ,
- womenʼs weaving, τεχνῖται τῆς κατὰ τὴν ἐρέαν πᾶσαν γυναικυυφη (sic), PSI 4.341.2 (iii B. C.).