γυπιαῖος
γῡπιαῖος, α, ον,
- = γύπινος, Tz. H. 12 No. 439tit.
perteneciente o relativo al buitre
Περὶ θηλυγόνων καὶ γυπιαίων καὶ ὑπηνεμίων
perteneciente o relativo al buitre
Περὶ θηλυγόνων καὶ γυπιαίων καὶ ὑπηνεμίων