διασιλλόω
διασιλλ-όω, = foreg., Com.Adesp. 978, D.C. 59.25, 77.11.
burlarse de, ridiculizar
διαμωκᾶσθαι καὶ δ. αὐτήν
δια·σιλλόω-ῶ (ao. διεσίλλωσα) c. le préc. DC. 59, 25 ; 77, 11.
διασιλλόω, (B.A. διασῦραι καὶ χλευάσαι), verhöhnen, DC. 59.25, καὶ διαμωκᾶσθαι.