Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διασιμόω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διασείραμα
διασειρόω
διάσεισις
διάσεισμα
διασεισμός
διάσειστος
διασείω
διάσεμνος
διασεμνύνω
διασέσηρα
διασεσηρώς
διασεύομαι
διασεύω
διασήθω
διασηκόω
διασημαίνω
διασημασία
διασημειόομαι
διάσημος
διασημότης
διασήπω
διάσηψις
διασθενέω
διασθενής
Διάσια
διασιαίνω
διασιγάω
διασίζω
διασιλλαίνω
διασιλλόω
διασιμόω
Διάσιον
διασιτία
διασιωπάω
διασκαίρω
διασκαλεύω
διασκαλιδεύω
διασκάλλω
διασκάλων
διασκανδικίζω
διασκάπτω
διασκαριφάομαι
διασκαριφάω
διασκατόομαι
διασκατόω
διασκεδάζω
διασκεδάννυμι
διασκεδαννύω
διασκέδασις
διασκεδασμός
διασκεδαστής
διασκεδαστικός
διασκεδαστός
διασκεδῶ
διασκελίδα
διασκελίζομαι
διασκελίζω
διάσκεμμα
διασκεπάζω
διασκεπτέον
διασκεπτικός
…
διασιμόω
Save
Pape
διασιμόω
, [σῑ],
benasrümpfen, verspotten
, Hesych.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}